σιάξιμο

σιάξιμο
το , στάση η , στάσιμο τό , σ(ι)ασμός ο
1) выравнивание; 2) устраивание; улаживание, налаживание; исправление, улучшение; благополучное завершение; 3) приведение в порядок; уборка; 4) ремонт, исправление

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "σιάξιμο" в других словарях:

  • σιάξιμο — σιάξιμο, το και σιάσιμο, το, ατος τακτοποίηση, εξομάλυνση, επιδιόρθωση: Το σπίτι θέλει σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιάξιμο — και σάξιμο και σιάσιμο, το, Ν [σιάζω / σιάχνω] 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σιάζω, η τοποθέτηση ενός πράγματος σε ευθεία γραμμή, ευθειασμός 2. συνεκδ. α) η τοποθέτηση ενός πράγματος στη σωστή του θέση, τακτοποίηση, διευθέτηση β) η… …   Dictionary of Greek

  • ίσασις — ἴσασις, ἡ (Μ) [ισάζω] επανόρθωση, σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σάξιμο — το, Ν βλ. σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιάση — η, Ν [σιάζω] το σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιάσμα — και σάσμα, το, Ν [σιάζω / σάζω] το σιάξιμο …   Dictionary of Greek

  • σιασμός — και σασμός, ο, Ν [σιάζω / σάζω] 1. το σιάξιμο 2. παροιμ. «σιασμός αγιασμός» δηλώνει ότι η συνδιαλλαγή, ο διάλογος είναι σε κάθε περίπτωση ευλογία Θεού …   Dictionary of Greek

  • επισκευή — η η επιδιόρθωση χαλασμένου πράγματος, το επιδιόρθωμα, το σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάξιμο — το βλ. σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σάσμα — σάσμα, το και σιάσμα, το βλ. σιάξιμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σβάρνα — η (λ. σλαβ.) 1. είδος γεωργικού εργαλείου που χρησιμοποιείται για το σπάσιμο των σβόλων και το σιάξιμο του χωραφιού μετά το όργωμα. 2. φρ., «Τα παίρνω σβάρνα», παρασύρω και ρίχνω κάτω: Πήρε σβάρνα τις καρέκλες …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»